Στο λεξικό η λέξη κόσμημα σημαίνει: κόσμημα < αρχαία ελληνική κόσμημα < κοσμέω/κοσμῶ Ουσιαστικό κόσμημα ουδέτερο εξάρτημα ενδυμασίας που ομορφαίνει την εξωτερική εμφάνιση αλλά συχνά προσδίδει και κύρος στο άτομο που το φέρει (γενικότερα) οτιδήποτε κοσμεί, ομορφαίνει Αυτό σημαίνει ότι ο τρόπος που φοράμε ένα κόσμημα μπορεί να του δώσει αξία και λάμψη αλλά μπορεί και να το κάνει να…
Συμβουλές για τη συντήρηση και τη φροντίδα του ρολογιού σας: Όπως κάθε μηχανισμός, έτσι και τα ρολόγια απαιτούν την προσοχή και τη φροντίδα μας, ώστε να αντέξουν στον χρόνο, κρατώντας τις ιδιότητες και τις λειτουργίες του αναλλοίωτες. Χτυπήματα: Αποφύγετε οποιαδήποτε χτυπήματα στο ρολόι σας. Να μην το φοράτε όταν κάνετε βαριές χειρωνακτικές εργασίες. Μετά από οποιοδήποτε χτύπημα προτείνεται ο έλεγχός…
